Top Definition
A person who is throwed, arrogant, and has money.
Man bob came to the party in his new caddy looking all plurish.
από J. Martin 24 Απρίλιος 2006
5 Words related to plurish

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×