Top Definition
verb: drunk, usually meaning more than a little bit drunk.
"I got so poached last night."
από wee_jambo_lou 9 Ιανουάριος 2006
To be really stoned.
''He's so poached, he dosent know what he's talking about'
'Dude, I'm so poached after that cone'
από Yewyewyeww 20 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×