Top Definition
(var. poackle) swindle, cheat, hustle.
The wages were pretty shite, but the pockle was good.
Irvine Welsh - "A Smart Cunt"
από George Costinas 29 Μάιος 2007
A pockle is cat poo or indeed any animal poo found in your garden. The smaller and darker the poo, the more pocklier it is.
"Ooooh Betty, the cats done a pockle on the lawn again."
από Rob Godfrey 22 Σεπτέμβριος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×