Penis or the act of having sex.
Fancy a podger love?
από Corinthian 22 Ιανουάριος 2004
verb (to Podger) The act of using one item, usually elongated, to poke into a receptacle.

Noun (a Podger) Any item used in the pursuance of the act of podgering.
I need a podger to manipulate the tobacco in this roll up cigarette to enable me to place my filter.

I gave her a damn good podgering with my hand behind the bike sheds.
από the_judge_g 7 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×