A romany gypsy word meaning broken,ruined,damaged a corruption of the jewish/russian word pogrom meaning devastated.
i lifted too much and poggered me back
από pukka romany 2 Φεβρουάριος 2010
Beaten or to over-do something; to be tired.
Mate, i'm poggered after work, can't we just cotch at yours tonight?

Bob and Tim got in a fight, Bob poggered Tim with a right hook

He poggered that football!
από Noizeboy 5 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×