Top Definition
Having a loving (usually sexual) relationship with more than one person at a time with the knowledge of all concerned.
Sue was in a polyamorus relationship where she had love making trysts with both Robert and Charles during the week and no one was angry, not even her husband William.
από Chase51 14 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×