Top Definition
noun: A woman with an extreme amount of bush who's oblivious to grooming habits of the naughty bits. Pond-soakers are known to congregate in summertime at local clothing optional swimming holes.
Dude, check out the pond-soaker on Tigerlilly, she must be part Italian.
από *Spectacular*Vernacular* 4 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.