Top Definition
The action of chewing(tobacco) and pooping at the same time, used while avoiding girlfriends, moms, teachers, etc. Not to be confused with a diarrheadip, which is often much more messy.
Why were you in the bathroom for so long?
Lay off devil woman! I was having a poochew.
από Mayben 6 Ιούνιος 2007
11 Words related to poochew

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×