Top Definition
has...on your person or elsewhere.
1. My brother, Leroy, possesses a lot of debt.

2. I can't get caught in possession, because my brother, Leroy, possesses the stolen goods, yo.
από Evuh 21 Ιούνιος 2005
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.