Top Definition
Also known as a posser. Someone who dresses and/or talks a certain way because they think it's cool. Simalar to tool.
1) Ashlee Simpson is a complete possuer! She has no talent what so ever!

2) Ron is a total possuer. He thinks he's so gangster!
από wldulkfrswitdat 16 Ιούνιος 2006
6 Words related to possuer

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.