Top Definition
something that happens after ones death
Van Gough's fame was posthumous
από vegihumor333 21 Αύγουστος 2003
2 more definitions
Occurring after one's death.
Many valiant soldiers were awarded the Medal of Honor posthumously.
από BigBrotherM 4 Δεκέμβριος 2006
WITH HINDSIGHT, OCCURRING AFTER A PARTICULAR EVENT. NOTHING AT ALL TO DO WITH DEATH.
MORTEN GAMST PEDERSEN SHOULD BE GIVEN A POSTHUMOUS RED CARD
από Online Dictionary 2 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×