Top Definition
1. To postpone indefinitely.
2. The point in time immediately after a pwning.
1. I have a feeling he will be postpwning this one.
2. He's suffering from postpwning depression.
από zukazamme 16 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×