Top Definition
Preemptively exhausted. When you are exhausted just by thinking about something.
It's March and I'm prexhausted by finals.

You want to go out dancing tonight? I'm prexhausted, sorry.
από tomato39 23 Μάρτιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.