Top Definition
a female version of a prik! a twat/idiot.

that girl is such a prikette who does she think she is !!!

από dezano 31 Οκτώβριος 2005
11 Words related to prikette

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×