Top Definition
The act of engaging in a useful and beneficial task when you are supposed to be doing something more important.
Bob is always in a state of proactive procrastination. Instead of doing his homework, he does his laundry and cleans his room.
από romioc 16 Οκτώβριος 2007
5 Words related to proactive procrastination

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×