Top Definition
To do something to the extreme
we were properly going man
από Dan 19 Αύγουστος 2003
2 more definitions
To do something to the extreme
We were properly spectating man
από Anonymous 22 Αύγουστος 2003
The favorite word in the entire english language of Devin R aka Pilates
Devin can only properly type a proper email if she uses the word properly at least 1 time.
από Moob12345 16 Απρίλιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×