Top Definition
prud·ish
Pronunciationproo-dish
–adjective
1. excessively proper or modest in speech, conduct, dress, etc.
2. characteristic of a prude.
—Related forms
prud·ish·ly, adverb
prud·ish·ness, noun
—Synonyms 1. reserved, coy. See modest.
Shanny is very prudish?
από Talibanbarbie 26 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×