Top Definition
(noun) A clenched anus, or puckered starfish, but also referring to a particularly nice bottom encompassing it.
I guess he's an ass jockey, 'cause he never sweats a fudge pickle when he sees a puckered dumpling.
από Antenna Wilde 19 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×