Top Definition
The process of packing on the pounds (gaining weight) and becoming fat.
Lady: "You've got some pudgification going on there."

Fatso: "I know I'm fat, you don't need to tell me!"
από Amy F 27 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×