Top Definition
The act of pretending to have an item stolen in order to file a false insurance claim.
Chris didnt have any money so he had to "pull a mint" and hope the insurance company would pay his claim.
από Slade the Leveller 12 Απρίλιος 2007
5 Words related to pull a mint

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.