1: A noun describing a dirty wet vagina. Although, the vagina does not need to be dirty or wet, it just helps.

2: An insult inferring vagina status

1: That punaner was so scrumptious I shit my pants.

2: That Zach Taylor kid is such a punaner.
από Roy Sanchez 8 Αύγουστος 2006
Variation of the word "punani", meaning pussy.
As a heterosexual male, punaners are the most sexually arousing object of my desire.
από Steve Buschemi 5 Οκτώβριος 2005
boobs, tits
she was showing her punaners to everybody
από dex 8 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×