Top Definition
To be seriously embarrased and slightly injured or insulted.
Wow, the U.S. soccer (football) team got punched in the mouth by the Czech Republic today in the World Cup! They were beaten soundly, 3-0.
από RansomT 12 Ιούνιος 2006
5 Words related to punched in the mouth

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×