Top Definition
pun - kens - term used to describe a southern californian daddy's girl. spoiled to the point that makes you puke. hence the 'pu'
"Of course I will get you that white Mustang you wanted my little Punkens." GAG!!!
από Teetoo 19 Μάιος 2006
5 Words related to punkens

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×