Top Definition
doing something on purpose but claiming it was an accident
Tom: Mike, I purpcidently had sex with your girlfriend. I am sooo sorry!

(Jill trips Carol on purpcident)

Jill: Ohh Carol! I am so sorry I tripped you!

Carol: That's OK!
#unintentially intentual #intentionally unintentional #”on purpcident, purpcidently, purpcidental
από ander594 15 Οκτώβριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×