Top Definition
When a woman pursuades a man to do her will by use of her pussy.
Cheryl-Marie pussuaded Jeff to let her borrow his Corvette for the weekend.
από Mike Comanche 10 Μάρτιος 2009
5 Words related to pussuade

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.