Top Definition
1) To be put on notice. (n).

2) The act of formally placed on a theoretical list of noteworthy status.
Ex. Bimbo was put on notice.

Ex. Bimbo has repeatedly been put on notice.
από erniejonson 24 Αύγουστος 2014
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×