1) to screw someone over, to cause pain or aggravation

2) to have sex with someone
1) Don't put the fucks to Shamy, she already put the fucks to herself.

2) I wish Charlie would come over and put the fucks to me.
από M78 10 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to put the fucks to

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×