Top Definition
The act of not doing anything in bed but rolling around aimlessly. Without any hope or inclination to get anything done.
You: Chris, what'd you do yesterday.
Chris: Stayed in bed putzing around all day with Christie.
από Chris D. C. 10 Μάιος 2009
5 Words related to putzing around

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×