Top Definition
1. To twirl in a circle while standing on a pincushion, wearing a pink dress.

2. To waste time foolishly.
Elvira, are you just going to sit there pwimping for the rest of the day or are you going to do something productive?
#loaf around #lazy #productive #unproductive #loath
από J L M R 21 Μάρτιος 2008
5 Words related to pwimp
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×