Top Definition
Noun: A counter pwn.

Verb: 1: To return a pwn to it's rightful pwner.
Verb: 2: To travel in reverse down the pwn continuum.
You just got pwned, biatch! No pwn-backs!
από Mike Roberts 25 Απρίλιος 2006
9 Words related to pwn-back

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×