Top Definition
The ability to pwn someone at will.
When Billy offended Bob, Bob used his pwnation skills to get back at him.
από piguy3.141 19 Αύγουστος 2011
What Seth does across the nation.
Holy crap! Seth, that smexy beast over there, is pwnation across the mofoin' nation!!
από Not Mana Nosireebob 24 Μάρτιος 2007
Noun version of Pwn.

See Pwn.
OH man, that was a greta example of Pwnation right there.
από TREZ! 6 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.