Top Definition
A portmanteau of pwn and blumpkin that refers to the act of receiving oral sex while playing an online video game.
Teammate: "Damn it Liquid! You went 0 and 6 in that round. What the hell happened?"

LiQuiDs__SpAwN: "Sorry guys, my girlfriend was giving me a pwnkin and I couldn't concentrate."
από LiQuiDs__SpAwN 9 Ιούλιος 2009
6 Words related to pwnkin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×