Top Definition
adj. To exhibit astounding amounts of pwnage.
Van Halen (re:DLR) is the most pwnly band ever.
από Machino 8 Ιούλιος 2005
2 Words related to pwnly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×