Top Definition
The act of being in control of all that pwns. Also, pwning so much that no one can touch you.
Last night in Halo 2, I had a crazy pwnocracy goin'. I couldn't lose.

I'm about to start a pwnocracy on your face.
από JLeeT 2 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×