Top Definition
Someone who pwns or the act of pwning.
Dude, you just pwn3d those noobz. Pwnort!
από Oliver Wierdsma 6 Ιούλιος 2008
10 Words related to pwnort

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×