queer
to be the most queer out of three or more queer options.
jim is more queer than bill, but dave is the queerest
από kriz 2 Ιούνιος 2005
1 more definition
Top Definition
adj. 1.To be the most queer when involving three or more options.
billy is queer, jimmy is more queer, dave is the queerest
από talix 6 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×