Top Definition
1) To be able to satisfy thirst. 2) To provide sexual/sensual activities between one or more individual(s) who are sexually frustrated or horny.
Kat: "Is that Megan making out with the guy she just met on Tinder?"
Evonne: "Yeah, I think she's just quenching."
#quench #quenching #thirsty #thirst #tinder #make out #sexual #sexual pleasure #love #horny #queching #sex #romance #lingo #slang #sensual #erotic
από kthlncdgg 6 Απρίλιος 2015
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×