1.verb: to ponder or think about
2.noun: something that makes one puzzled or confused
3.adj.: something that is confusing
1.Dude i'm hella querfining about how the world came about.
2.That question on the test was a querfin.
3.What she said is querfin.
από Michelle Perez 29 Μάρτιος 2008

4 Words Related to querfin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×