Top Definition
verb assosciated ith the act of producind a quifedescribing the noise made when air is forced out of the vagina when the penis draws out and in. effectively vaginal farts, see quife
as he was fucking me i was quifing, i wondered if he had heard me
από ezmerelda 31 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.