Top Definition
-noun. The activities of a ratchet including : twerking, dropping down low, climbing anything that resembles a pole, doing anything that may show ones privates by accident or purposely.
My girls and I are ready for some rachetivities this evening.
από Chubbee 27 Σεπτέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.