Top Definition
–noun

1. an event so radical, esp. one of a amazing or righteous nature, that produces changes in one's very sense of being.

3. an extensive flood; or deluge of alcohol.
"Brittany's shirt buttons busted at work today unleashing a radiclysm of exposed tits!"
από tho3m 12 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×