one who is skilled at everything imaginable
Radu: Fixing things, helping people, sports, musical abilities, ect.
από woodnowqincoi 6 Μάιος 2006
A contraction of "Radical Dude". Often accompanied by a fist wiggle with thumb and forefinger extended.
"Did you see Homie catch that wave?"
"Yeah, it was Radu"
από Goucci 25 Σεπτέμβριος 2007
The act of dying one's hair ginger in order to repel the opposite sex.
a complete and utter radu
από Bones 4 Ιούνιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×