Top Definition
The act of vomiting in your mouth and swallowing it.

Ralph + Swallow = Rallow
Jim grimaced as he rallowed
"After the shot i did an epic rallow"
"He was rallowing all night, but fair play; he didn't vom"
από Guru Camdog 22 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×