Top Definition
Adj. To be in a state of complete and out of control rampage.
That man is unable to control his impulses concerning that woman with the very loud cell phone. Woah, snap. He is hitting her with a coffee mug. He's rampagerous.
από Mr. Sponge 14 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to rampagerous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×