Top Definition
Incredibly random, in the modern sense of unexpected or unimportant, given that pi, 3.14159 etc., is a famously random number.
Dude! That random chick I met at the VD clinic took me dancing last night and the place was random as pi!

Our cupcake flavours are as random as pi.

555-5555? Your phone number is random as pi! Or is it?
από gnostic1 9 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×