Top Definition
To rape and destroy and the same time, usually used in context with an online game in which one person completely and totally pwns another.

Usually associated with gibbing
Man I just Rapestroyed that guy in TF2 last night.
από Wormsramongus 12 Νοέμβριος 2007
6 Words related to rapestroy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.