Top Definition
An amalgam of the words rapt and captivated meaning to have utterly and completely captured the attention of someone else, forsaking all other diversions.
As soon as he spotted her on the other side of the room he was raptivated.
από claranita 13 Ιούλιος 2005
2 Words related to raptivated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×