Top Definition
a ratchetee is more than one ratchet girl/guy, the plural of ratchet.
"And over there are the 3 ratchetees," said Gretchen in a disgusted voice.
#ratchet #ghetto #normal #not ratchet #not ghetto
από rummmm123 11 Δεκέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×