Top Definition
R•å•ch•ė•t•ï•ng: n. Twerking in the middle of the street and whipping you weave back and forth.
She was the best at ratcheting
#gerund form of ratchet #twerking #weave #sass #black mama
από MDiddy 4 Οκτώβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×