Top Definition
Rawnsley, "taboo" to take a 'wank' otherwise known to 'toss' someone off or oneself off... most comonly used in social groups
I might go have a rawnsley... or Man i could really do with a rawnsley right now
από mister pirate 18 Σεπτέμβριος 2007
4 Words related to rawnsley

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.